σήτα

και παλ. τ. σήττα, η, Ν
1. λεπτό κόσκινο, η κρησάρα
2. τεχνολ. λεπτό δικτυωτό πλέγμα, κατασκευασμένο από συρμάτινες ή πλαστικές ίνες, το οποίο χρησιμοποιείται για τον διαχωρισμό διαφόρων υλικών σε κόκκους ή στα κουφώματα τών κατοικιών για να παρεμποδίζεται η είσοδος τών εντόμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήθω «κοσκινίζω». Η άποψη ότι η λ. προέρχεται από το σλαβ. sito δεν θεωρείται πιθανή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σήτα — η κόσκινο: Πριν ζυμώσουν το αλεύρι, το περνούν από μια ψιλή σήτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σήτα — [сита] ουσ. Θ. сто, решето …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σῆτα — σής moth masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισητά — μισητά̱ , μισητής hater masc nom/voc/acc dual μισητής hater masc voc sg μισητής hater masc nom sg (epic) μῑσητά , μισητός hateful neut nom/voc/acc pl μῑσητά̱ , μισητός hateful fem nom/voc/acc dual μῑσητά̱ , μισητός hateful fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλευρόσητα — η σήτα, κόσκινο αλεύρων, κρησάρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεύρι + σήτα] …   Dictionary of Greek

  • τριχιά — η 1.τρίχινο σκοινί. 2. κάθε σκοινί: Στη διελκυστίνδα τραβάνε τριχιά. 3. τρίχινο νήμα που χρησιμοποιούν αυτοί που ράβουν δέρματα. 4. τρίχινο κόσκινο των μεταλλουργών, η σήτα, η σαλαγκιά. 5. σύνεργο για ψάρεμα από λεπτό νήμα με βαρίδι και αγκίστρι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλευρικό — το 1. δοχείο αλεύρων 2. κελί μοναστηριού, που χρησιμεύει ως αποθήκη αλεύρων 3. κόσκινο, σήτα 4. το αλεύρι που διαθέτει ένα σπίτι 5. παρασκεύασμα από αλεύρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεύρι + παραγ. κατάλ. ι κό, πρβλ. επίσης αλάτι αλατικό, λάδι λαδικό] …   Dictionary of Greek

  • αλευροκόσκινο — το κόσκινο αλεύρου, σήτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεύρι + κόσκινο] …   Dictionary of Greek

  • αλευρόττησις — ἀλευρόττησις, η (Α) 1. κόσκινο τού αλευριού, σήτα, κρησάρα 2. ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, άχνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄλευρον + (δια )ττῶ «κοσκινίζω»] …   Dictionary of Greek

  • κρησάρα — η (Α κρησέρα, ιων. τ. κρησέρη, ελεατ. κραἅρα) λεπτό κόσκινο με το οποίο καθαρίζεται το αλεύρι από τα πίτουρα, αλλ. σήτα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. εμφανίζει επίθημα έρα (πρβλ. διφθ έρα, χολ έρα). Προβληματική παραμένει η προέλευση τού θ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.